I.

Στροβιλίζομαι
Βίαια
Με ακινητοποιείς

στέκω
στις μύτες
κοιτώ

μη σπρώχνεις άλλο

τινάζω ελαφρά τα μαλλιά μου
ίσα τώρα που αγγίζουν το πρόσωπό μου

σου αρέσει

μου ζητάς
ξανά.

ξανά
ξανά
ξανά






φεύγω.


II.

Αναρίθμητα κόκκινα μάτια
στοιβαγμένα μέσα σε ένα βαθύ βαθύ πηγάδι
σέρνουν τώρα τη λιπόσαρκη πέτσα τους προς τα σένα
είσαι ένας άχρωμος γίγαντας απόψε
και τρομάζεις τον κόσμο.

Τρομάζεις και καθώς τα βλέπεις να κινούνται
-πάντα σου άρεσε η γεύση τους
μα δεν μπόρεσες ποτέ να σχίσεις τη μεμβράνη τους προσεκτικά
ώστε να τα καταβροχθίσεις ολόκληρα- πάντα κάτι σου διέφευγε
τα βλέπεις να πλησιάζουν

Κοντοστέκεσαι
δεν μπορείς να τα αποφύγεις,  είναι μυριάδες
-μα νόμιζες πως είναι κενά από ζωή
με μόνο σκοπό τους την ευχαρίστησή σου
την ικανοποίηση του τοιχώματος του στομαχιού σου-

έρχονται αργά αργά καταπάνω σου
και αναρωτιέσαι εάν κάποιος τα κινεί
εάν κάπου υπάρχει ένα χειριστήριο, ένα κουμπί, ένας ψηφιακός αποδέκτης
ξύνεις αβίαστα με τα πετρώδη νύχια σου το δέρμα πίσω από το σβέρκο σου
αρχίζουν να ξεχύνονται πυώδεις κυβίσκοι με έναν ηχηρό κρότο

βρίσκεσαι πλέον σε πλήρη περισυλλογή, δεν μπορείς να το πιστέψεις
μα σου πιέζουν τα πόδια τα σαρκοβόρα μάτια
ξανοιγμένα σαν ζουμπούλια
πολλαπλασιάζονται επάνω σου
κι εσύ γνωρίζεις μόνο πώς να τα στραγγίζεις στο άπληστο στόμα σου


μα δεν αρκεί.




Ω.


i.  Κάθε βράδυ βυθίζω τις σκέψεις μου.
Σε συναντώ με την επίφαση μιας κάποιας ηρεμίας
Με αφοπλίζεις ακαριαία.
Κοιτώ λοιπόν από το ατσαλένιο μου παράθυρο τους πύργους που καίνε
Κοιτώ ευθύς τα βλέφαρά σου προσπαθώντας να τα ζωγραφίσω επάνω μου
καταφέρνω μονάχα να ρουφήξω την υγρασία τους
διαρκώς καταπίνω το χρώμα τους
μα με μουτζουρώνει μανιωδώς//

-----------

ii. Πνίγω μία λέξη
και ισορροπώ σε δυο κοφτερές γωνίες
ανασκουμπώνομαι στην παγωμένη μου θέση
και δένομαι πιο σφιχτά
γύρω από στροβιλίζουσες πραγματικότητες
η ρήξη μου με την ακραία πραγματικότητα
ένα διαρκές λούνα παρκ.

Ανασηκώνεις την εφηβική σου αυτοπεποίθηση με δυσκολία
σάν να ήταν ένας ογκόλιθος
και καταβάλλεις προσπάθειες
αξιόλογες ίσως
να πειστείς για την εγκυρότητα κάποιας παλιάς σου πεποίθησης
και ο πυρετός μου ανεβαίνει
όσο έξω σκοτεινιάζει
όσο περνά η ώρα και δεν βλέπεις πως αδυνατείς να με ξεδέσεις//

-------------------

iii. Βλέπω να ταράζεται η θάλασσα καθώς τη διασχίζουμε περιχαρείς με το πλοιάριο,
άλλοι πίσω μου φωτογραφίζουν τα χάρτινα σύγνεφα,
άλλοι παίζουν με τις στάλες χιονιού
κι άλλοι στρογγυλοκάθονται στις άβολες θέσεις τους
κι εγώ, η απόκοσμη
τους αποφεύγω.

Είδα από πριν τις πελώριες τρύπες
ανάμεσα στα φρύδια τους
και με τρομάζουν
Περπατώ προς την πλώρη
πάντα με ερέθιζε η σκέψη του θανάτου μου εκεί

Μα βλέπω ευθύς να χοροπηδούν ζαλισμένες στις οικονομικές θέσεις
αμέτρητες αναμνήσεις παιδικών γέλιων και χαχανητών
αναθαρρεί η αφέλειά μου τώρα και τολμά μία επισφαλή προσπάθεια επιβίωσης
μα ακόμα δεν κατανοώ πού στο καλό βλέπετε το μυστήριο
και ίσως αυτό γκρεμίζει τα στηρίγματα.


Τόσες ευφάνταστες επεξηγήσεις
για μία τόση δα παιδική συνήθεια.



απόψε το βράδυ

Βρίσκομαι κρεμασμένη απ' το ταβάνι του σαλονιού μου
τα πόδια μου καρφιτσώνονται απάνω του από δύο πυρακτωμένα σίδερα 
έδαφος
βαρύ και άγνωστο
ακόμα κι ακόμα κι ακόμα και για όσο


Είμαι καταδικασμένη στο αιώνιο
να αγαπώ το δίχως άλλο
και να πέφτω
να πέφτω
και να γκρεμοτσακίζομαι

στις πέτρες.

Καταδισμένος εκείνος που ονομάσατε έρωτας
να μην έχει ένα ταίρι
να μην βρίσκει γαλήνη
να τρέμει στο κρύο
να θυμάται

για όσο εκείνος δεν βλέπει
για όσο εκείνος είναι ένας
κι άλλος ένας
ξένος
ακόμα κι ακόμα κι ακομα και για όσο

για όσο θα χτυπώ τα πόδια μου στο στήθος μου
και θα σκίζονται κουλουριασμένα σα φλίδες λεμονιού
για όσο τα χέρια μου θα αποκόβονται για ναρθουν να σε αγγίξουν
για όσο εσύ θα κοιμάσαι στο στέρνο μου
κι εγώ θα λαχταρώ 

να σε αγαπώ
για πάντα.

Αντιστροφή.

Είναι ένα μουδιασμένο πρωινό όπως όλα. Έξω βαθυγάλαζες στάλες βροχής πιτσιλίζουν το τοπίο, ένας κρεμασμένος ιππότης μου κάνει ίσκιο έξω από το παράθυρό μου . Φόρεσα τον φρεσκοπλυμμένο μου μπερέ, όπως πάντα, βγαίνοντας έξω από το σπίτι, ανοίγοντας απαλά την πόρτα για να μην ξυπνήσω τον Κ. Έφυγα. Δεν είπα τίποτε διότι δεν χρειάστηκε αυτή τη φορά. Ξεκινώ.
Περπατούσα ανάλαφρα στη σκιά που αφήναν τα βήματά του στο μυαλό μου και όλα αρχίζουν να είναι τόσο αληθινά. Ο σημερινός περίπατος τελικά δεν θα είναι σαν όλους τους άλλους, οι μουσικές των ανθρώπων τριβελίζουν τα αυτιά μου , με ωθούν επάνω τους σαν να ήμουν βδέλλα στην ηχώ τους.Κατεβαίνω στο πεζοδρόμιο, διψασμένη.
έφυγα!
έφυγα!
ξεχνώ.-συνετισου.

ήταν απάνω του ακόμη κολλημένο το μπάρκόουντ. Είναι που φοβάμαι. Είναι που δεν ξέρω. Είναι που θα ήθελα να ξέρω ή να μην ξέρω τίποτα, να μην έχω μάθει τίποτα ποτέ μου, με πονά ο κόσμος. 
Ιερή παγερή πάχνη του απόβραδου.

Και τώρα κενώνει τον εγκέφαλό μου εκείνο το ασπόνδυλο που δημιούργησα μικρή , ερχότανε κάθε βραδυνη ώρα και πλέον με ανακαλύπτει μόνο με τη μυρωδιά.
Περίεργες λέξεις.
Ίσως περιεργες οι λέξεις.
Ένα βουβό κεφάλι με δυο μαύρα κενά για μάτια και ένα λευκό μεγάλο μέτωπο. Είναι εκεί κάθε φορά που ανατριχιάζω. Σκύβει επάνω από την πλάτη μου και την πατά.Την αναποδογυρίζει και την ποδοπατά . Είναι στρογγυλό, άμορφο και πουδραρισμένο , κρατά ένα πινέλο και βάφει κλωστές στο στόμα μου.

Και είναι ακόμα ξαπλωμένος πίσω μου. Δεν θέλει όμως κάτι από εμένα.
Τρώω τα σπλάχνα μου γιατί δεν έχω άλλο τρόπο, και όσο κοιτώ χάμω τα σκουληκάκια να προσπαθούν να ξεκολλησουν απο πανω του, χάνεται.
Δεν ξέρω αν ήθελα να με δούνε.
Νομίζω προτιμώ να μην με έβλεπαν ποτέ τους.

10.

Δεν είναι για μένα η άνοιξη.
Δεν κελαηδούν για εμένα τα πουλιά.
Με κοιτούν κατάματα
Μου φορούν σύννεφα γυάλινα
και σκόρπιες κορδέλες

φυσούν καρφίτσες απάνω στα μάγουλά μου
στα μάτια μου μπίγουν το πιρούνι τους
και με τρώνε.




Ο κόσμος και εγώ

'' Έμπορας, έμπορας
λευκής και κόκκινης σαρκός
περνώ και πάλι μέσα από τα σπίτια σας, υποκλιθείτε''

και ξάφνου τα κεφάλια όλων των πανομοιότυπων ανθρωπίσκων
στρέφονται προς τις παγερές οθόνες ελικοειδών ορμών
τα σώματα κάθονται ως προστάζουν οι οδηγίες χρήσης
έτσι , λέει , που η επιφάνειά τους να εφάπτεται στην δορυφορική νοητή κορυφογραμμή
( όλα ευφυώς σχεδιασμένα! )

''καταγράφω κάθε μέρα τις κινήσεις των προμηθευτών μου,
έμπορας, έμπορας
λευκής και κόκκινης σαρκός.
τους στέλνω διαφημιστικές φυλλάδες από ψηφιακούς μπιτέδες
ώστε να χωρούν τα εικονικά τους σώματα
να είναι άνετα στρωμένα χάμω
και πατώντας το πορφυρό λαμπιόνι
-το περιμένουν πώς και πώς-
ξεπροβάλλουν
αποπνηχτικοί καπνοί λαγνείας και σπέρματος''


''..σας έφερα και ένα καινούριο φούρνο μικροκυμάτων.
χωρούν μέσα δυό δυό οι προσκεκλημένοι σας.
ό,τι σας πουν οι οδηγίες.''

ό,τι σας πουν
οι οδηγίες.

Το δίκαιο του Ισχυροτέρου

Κοιτώ
μέσα στις κόρες των ματιών σου
ένα φώς ζοφερό επαφίεται
πλησιάζω

μαγνητίζομαι 
κομμάτια βέργες στη σάρκα μου 
πετάγονται 
παλεύω να απομαγνητιστώ, κραυγάζω

κανένας δεν ακούει 
βρυχώμαι δυνατά
ουρλιάζω 
με κοιτάς

με το χέρι σου να χαϊδεύει το πιγούνι σου ελαφρά
και
συνεχίζεις να χαμογελάς σαρκαστικά
σπίθες αιματηρής ηδονοβλεψίας

Ξεκολλάω τα ματωμένα μου πόδια
καθώς φυσάει μανιασμένη μια γκρίζα εποχή
κοιτώ την ατσαλένια πόλη
είμαι στραγγαλισμένη, ζαλισμένη, με ραμμένο στόμα

και μάτια τυφλά.


Aρσενική πόρνη του Στράτου Π. από Βακχικόν



Άφησε

Τ' αποτυπώματα της πάνω σου

Γαμιέσαι σαν το σκυλί

Λυσσασμένο

Και μετά;

Αρσενική πόρνη

Καυτό νερό στην ένοχη σάρκα

Τρίβεις

Τρίβεις να φύγουν οι μνήμες

Οι ενοχές

Η δυσωδία της αγάπης

η αρχή

Και φαντάζουν κάτι βράδια σαν το σημερινό σαν εκείνα τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα.

Σε ερωτεύτηκα με όλη την αθωότητα που μου΄χε απομείνει 
κι εσύ κόλλησες τα διψασμένα σου χείλη στα χείλη μου τόσο σφιχτά
όσο στο τελευταίο σου αποτσίγαρο, πρίν το αποτελειώσεις

δεν ντρέπομαι να σου το πω 
ξεθώριασες.


Τυλίγομαι μέσα στα χέρια μου διπλωμένη στα δύο 
μα δεν πονάω
κάτι μέσα μου οργιασμένο ξεψυχά
αδημονεί η σιωπή των δακρύων  

ξεσκέπαστα δαιμόνια μες στο απόβραδο
μόλις ξεκινούν.