Transgender lullaby



Because till now
I only knew about materials
of self-constructed loves.

Now that I've let you in
i'm getting closer to what it takes
to create something that there was not there before.



N



Υφαίνει μαύρες κλωστές στα στήθη σου
Είσαι δώδεκα ετών κι έχεις ήδη πέσει από τον τρίτο όροφο
Αναζητώντας την προσοχή που τους χάρισες ως τα γεράματα τους
Απέναντι σου δεκατρία πακέτα τσιγάρα
Περιμένουν να σε συρρικνώσουν
Μα φυσάει πολύ απόψε και η νύχτα είναι στιφή
Τόσο που τη γεύεσαι στο πάνω μέρος του χειλιού σου
Και παρατηρείς τώρα
Πώς κρεμούν τις προσπάθειές σου στο σχοινί
Πώς σου αλείφουν μ’ αυτές το μέτωπο κάθε φορά που γεννιέσαι
Καταλαβαίνεις πως οι λέξεις που μαθαίνεις δεν έχουν ήχο
Μα εσύ νιώθεις το θόρυβό τους
στην κοιλιά σου
Κι έτσι , χωρίζεις σε τρία μέρη τον εαυτό σου στα δεκαοκτώ
κι αρχίζεις να τον τρως στα εικοσιένα
Αρχικά μασουλάς με τα μπροστινά σου δόντια το πάνω μέρος
Αυτό είναι για εσένα
Το μεσαίο κομμάτι το αφήνεις για τους περαστικούς σου
Και το τελευταίο, για το σβήνει σιγανά η βροχή στο παράθυρο
Ύστερα προσκαλείς σε δείπνο
Εκείνον που απέρριψες
Γιατί με τα χρόνια η μοναξιά γίνεται ενοχή
και είπαν πως είναι δυσβάσταχτη
Κάπως έτσι ορίζονται όλα στη βουβή γλώσσα των μεγάλων
Που θέλουν να πιστεύουν τους εαυτούς τους για σπουδαίους
Θα μπορούσε να είναι ίσως λίγο πιο θεατρικό

Μα έχασε την ομορφιά του κάτω από αυτή τη γη.

I.

Στροβιλίζομαι
Βίαια
Με ακινητοποιείς

στέκω
στις μύτες
κοιτώ

μη σπρώχνεις άλλο

τινάζω ελαφρά τα μαλλιά μου
ίσα τώρα που αγγίζουν το πρόσωπό μου

σου αρέσει

μου ζητάς
ξανά.

ξανά
ξανά
ξανά






φεύγω.


II.

Αναρίθμητα κόκκινα μάτια
μέσα σε ένα βαθύ βαθύ πηγάδι
σέρνουν τη λιπόσαρκη πέτσα τους προς τα σένα
είσαι ένας άχρωμος γίγαντας απόψε

και τρομάζεις τον κόσμο.

Τρομάζεις καθώς τα βλέπεις να κινούνται
-πάντα σου άρεσε η γεύση τους
γιατί πάντα κάτι σου διέφευγε-
τα βλέπεις να πλησιάζουν

Κοντοστέκεσαι
πλησιάζουν αργά
και για ένα λεπτό αναρωτιέσαι εάν κάποιος τα κινεί,
ξύνεις τώρα αμήχανα το σβέρκο σου

βρίσκεσαι  σε πλήρη περισυλλογή
στα πόδια σου χασκογελούν τα σαρκοβόρα μάτια
ξανοιγμένα σα ζουμπούλια
πολλαπλασιάζονται

κι εσύ
 γνωρίζεις μόνο πώς να τα στραγγίζεις στόμα σου





μα δεν αρκεί.




Ω.


i.  Κάθε βράδυ βυθίζω τις σκέψεις μου.
Σε συναντώ με την επίφαση μιας κάποιας ηρεμίας
Με αφοπλίζεις ακαριαία.
Κοιτώ λοιπόν από το ατσαλένιο μου παράθυρο τους πύργους που καίνε
Κοιτώ ευθύς τα βλέφαρά σου προσπαθώντας να τα ζωγραφίσω επάνω μου
καταφέρνω μονάχα να ρουφήξω την υγρασία τους
διαρκώς καταπίνω το χρώμα τους
μα με μουτζουρώνει μανιωδώς//

-----------

ii. Πνίγω μία λέξη
και ισορροπώ
σε δυο κοφτερές γωνίες
ανασκουμπώνομαι στην παγωμένη μου θέση
και δένομαι πιο σφιχτά

η ρήξη μου με την ακραία πραγματικότητα
ένα διαρκές λούνα παρκ.

Ανασηκώνεις την εφηβική σου αυτοπεποίθηση με δυσκολία
και καταβάλλεις προσπάθειες
να πειστείς για την εγκυρότητα κάποιας παλιάς σου πεποίθησης
και ο πυρετός μου ανεβαίνει
όσο έξω σκοτεινιάζει
όσο περνά η ώρα και δεν βλέπεις πως αδυνατείς να με ξεδέσεις//

-------------------

iii. Βλέπω να ταράζεται η θάλασσα καθώς την πονάμε με το ανυπόμονο πλοίο-
άλλοι πίσω μου φωτογραφίζουν τα χάρτινα σύγνεφα,
άλλοι παίζουν με τις στάλες χιονιού
κι άλλοι στρογγυλοκάθονται στις άβολες θέσεις τους
-
τους αποφεύγω.

Μα είδα από πριν τις πελώριες τρύπες
ανάμεσα στα φρύδια τους
και με τρομάζουν
Περπατώ προς την πλώρη
πάντα με ερέθιζε η σκέψη του θανάτου μου εκεί

Βλέπω ευθύς να χοροπηδούν ζαλισμένες στις οικονομικές θέσεις
αμέτρητες αναμνήσεις παιδικών γέλιων και χαχανητών
αναθαρρεί η αφέλειά μου τώρα και τολμά μία προσπάθεια επιβίωσης
μα ακόμα δεν κατανοώ πού στο καλό βλέπετε το μυστήριο
και ίσως αυτό γκρεμίζει τα στηρίγματα.


Τόσες ευφάνταστες επεξηγήσεις
για μία τόση δα παιδική συνήθεια.



απόψε

Βρίσκομαι κρεμασμένη απ' το ταβάνι του σαλονιού μου
τα πόδια μου καρφιτσώνονται απάνω του από δύο πυρακτωμένα σίδερα 
έδαφος
βαρύ και άγνωστο
ακόμα κι ακόμα κι ακόμα και για όσο


Είμαι καταδικασμένη στο αιώνιο
να αγαπώ το δίχως άλλο
και να πέφτω
να πέφτω
και να γκρεμοτσακίζομαι

στις πέτρες.

Καταδισμένος εκείνος που ονομάσατε έρωτας
να μην έχει ένα ταίρι
να μην βρίσκει γαλήνη
να τρέμει στο κρύο
να θυμάται

για όσο εκείνος δεν βλέπει
για όσο εκείνος είναι ένας
κι άλλος ένας
ξένος
ακόμα κι ακόμα κι ακομα και για όσο

για όσο θα χτυπώ τα πόδια μου στο στήθος μου
και θα σκίζονται κουλουριασμένα σα φλίδες λεμονιού
για όσο τα χέρια μου θα αποκόβονται για ναρθουν να σε αγγίξουν
για όσο εσύ θα κοιμάσαι στο στέρνο μου
κι εγώ θα λαχταρώ 

να σε αγαπώ
για πάντα.

Αντιστροφή.

Είναι ένα μουδιασμένο πρωινό όπως όλα. Έξω βαθυγάλαζες στάλες βροχής πιτσιλίζουν το τοπίο. Φόρεσα τον φρεσκοπλυμμένο μου μπερέ, όπως πάντα, βγαίνοντας έξω από το σπίτι, ανοίγοντας απαλά την πόρτα για να μην ξυπνήσω τον Κ. Έφυγα. Δεν είπα τίποτε διότι δεν χρειάστηκε αυτή τη φορά. Ξεκινώ.
Περπατούσα ανάλαφρα στη σκιά που αφήναν τα βήματά του στο μυαλό μου και όλα αρχίζουν να είναι τόσο αληθινά. Ο σημερινός περίπατος τελικά δεν θα είναι σαν όλους τους άλλους, οι μουσικές τριγύρω , με ωθούν επάνω τους σαν να ήμουν βδέλλα στην ηχώ τους.Κατεβαίνω στο πεζοδρόμιο, διψασμένη.
έφυγα!
έφυγα!
ξεχνώ.-συνετισου.

Είναι που φοβάμαι. Είναι που δεν ξέρω. Είναι που θα ήθελα να ξέρω ή να μην ξέρω τίποτα, να μην έχω μάθει τίποτα ποτέ μου, με πονά ο κόσμος. 
Ιερή παγερή πάχνη του απόβραδου.

Και τώρα κενώνει τον εγκέφαλό μου εκείνο το ασπόνδυλο που δημιούργησα μικρή , ερχότανε κάθε βραδυνη ώρα και πλέον με ανακαλύπτει μόνο με τη μυρωδιά.
Περίεργες λέξεις.
Ίσως περιεργες οι λέξεις.
Ένα βουβό κεφάλι με δυο μαύρα κενά για μάτια και ένα λευκό μεγάλο μέτωπο. Είναι εκεί κάθε φορά που ανατριχιάζω. Σκύβει επάνω από την πλάτη μου και την πατά.Την αναποδογυρίζει και την ποδοπατά . Είναι στρογγυλό, άμορφο και πουδραρισμένο , κρατά ένα πινέλο και βάφει κλωστές στο στόμα μου.

Και είναι ακόμα ξαπλωμένος πίσω μου. Δεν θέλει όμως κάτι από εμένα.
Τρώω τα σπλάχνα μου γιατί δεν έχω άλλο τρόπο, και όσο κοιτώ χάμω τα σκουληκάκια να προσπαθούν να ξεκολλησουν απο πανω του, χάνεται.
Δεν ξέρω αν ήθελα να με δούνε.
Νομίζω προτιμώ να μην με έβλεπαν ποτέ τους.

10.

Δεν είναι για μένα η άνοιξη.
Δεν κελαηδούν για εμένα τα πουλιά.
Με κοιτούν κατάματα
Μου φορούν σύννεφα γυάλινα
και σκόρπιες κορδέλες

φυσούν καρφίτσες απάνω στα μάγουλά μου
στα μάτια μου μπίγουν το πιρούνι τους
και με τρώνε.